Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Aγάπη χωρίς πάθος, τρυφερότητα χωρίς καμία αδυναμία.

Η ώρα είναι προχωρημένη όταν αποφασίζουμε να επιστρέψουμε επιτέλους. Το σκοτάδι πυκνό, όπως είναι φυσικό, αλλά με ευχαρίστηση διαπιστώνω πως έχω πλέον τη θέα του ολόφωτου ουρανού. Τα σύννεφα έχουν αποχωρήσει από το σκηνικό.

Όταν χωριστήκαμε με τους άλλους, άρχισα να προχωράω μόνη μου κοιτάζοντας τ'αστέρια.
Το κάνω συχνά αυτό. Να χαζεύω εννοώ, να μην κοιτάζω που πηγαίνω. Είμαι τυχερή που δεν είχα κανένα σοβαρό ατύχημα μέχρι στιγμής.

Τελοσπάντων. Συνέχιζω να προχωράω, ακόμα και έτσι. Κάτι τέτοιες ώρες οι αισθήσεις μου έχουν τόσο πολύ οξυνθεί, που αντιλαμβάνομαι και το παραμικρό κλαδάκι που θα πέσει κάτω.
Περνάω δίπλα από κάτι κάδους, μπόχα. Πάλι απεργία. Πατάω ένα άμοιρο γατί. Ζητάω συγγνώμη νοερά ("Σόρρυ!"). Ένα στενό πιο κάτω, μια οικογένεια τσακώνεται. Άλλη δουλειά δεν έχουν να κάνουν τέτοια ώρα;

Μέσα στις σκιές, αναγνωρίζω τη σιλουέτα ενός φίλου μου. Παριστάνω όμως πως δεν τον αντιλαμβάνομαι, προτιμώ  να πάω από άλλο δρόμο και να μην του μιλήσω. Θα μου διέκοπτε τις σκέψεις μου. Καθόλου καλό αυτό. Άντε να ξαναβρώ τον ειρμό μου μετά.

Στη μονοκατοικία μπροστά μου, ένα ζευγάρι έχει ξεχάσει τις κουρτίνες ανοικτές. Φιλιούνται παθιασμένα.  Τόσο παθιασμένα που δεν έχουν αντιληφθεί έναν ηλικιωμένο ματάκια που έχει αράξει στο απέναντι μπαλκόνι και απολαμβάνει το δωρεάν θέαμα. Ποιος ξέρει πόσο καιρό έχουν να δουν τα ματάκια του τέτοια. Σε αντίθεση με το ζευγάρι, εγώ τον αντιλαμβάνομαι όμως. Χάρη στην παρατηρητικότητά μου. Και στο φτέρνισμα που δεν κατάφερε να συγκρατήσει. Γεράματα και ίωση. Στρίβω.

Οι αμυγδαλιές είναι υπέροχες αυτή την εποχή. Ανέκαθεν τις λάτρευα.
Θυμάμαι μικρή, γύρω στα τέσσερα-πέντε, που πήγαινα κάθε πρωί για μάθημα -τι μάθημα να μου πεις τώρα- περνούσα από ένα δρόμο που ήταν γεμάτος ανθισμένες αμυγδαλιές...Και όταν φυσούσε τα μικρά τους άνθη στροβιλίζονταν και χόρευαν με τον άνεμο..γυρνούσαν, γυρνούσαν, γυρνούσαν...και γυρνούσα και εγώ μαζί τους, άπειρες στροφές, τις είχα μετρήσει μία-μία.

Περνάω από το πάρκο. Δεν είναι κανείς τέτοια ώρα, και η ησυχία του μοιάζει τρομαχτική, παράξενη, και απόκοσμη παράλληλα.
Βγάζω τα ακουστικά, αλλά τα ξαναβάζω μέσα. "Γιατί, θα ενοχλήσω κανέναν;"
Τότε βλέπω μια γνωστή μορφή να πλησιάζει προς τα εμένα.
"Μα τι σύμπτωση, τι ευτηχής συγκηρία!" Χα. Κάθεται. Μιλάμε.
Αγάπη, φιλία, συναίσθημα, έρωτας.
Τι μπερδεμένα συναισθήματα! Aγάπη χωρίς πάθος, τρυφερότητα χωρίς καμία αδυναμία.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Bourbon in your eyes

Ένα κρύο δειλινό του χειμώνα. Σταγόνες στάζουν και κυλάνε στα παράθυρα, και μια μελαχρινή κοπέλα με έντονα γαλανά μάτια απλώνει κόκκινο κραγιόν στα καλοσχηματισμένα και γεμάτα χείλη της. Αρπάζει το παλτό της και ορμάει έξω από την πόρτα. Μπαίνει σε ένα ταξί και κατεβαίνει όταν φτάνει στο κέντρο της πόλης. Φτάνει σε ένα παλιό, ντεμοντέ μπαράκι με γουστόζικη μουσική. Προφανώς τους ξέρει όλους εκεί, γιατί όλοι της γνέφουν έντονα με το που την βλέπουν. Μάλλον, τους ξέρει όλους εκτός από έναν. Καρφώνει το βλέμμα της διερευνητικά πάνω στον γοητευτικό άγνωστο. Ο Άγνωστος κάνει το ίδιο.
Τότε το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα βλέμμα. Ένα βλέμμα και ένας χορός. Ένας χορός και ένα φιλί στο τέλος του τραγουδιού. Και ξαφνικά βρέθηκαν αγκαλιασμένοι πάνω στα ιδρωμένα σεντόνια.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Παράξενες ψυχές

Δεν ειναι εκτυφλωτική αυτή η υποκρισία? Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν την ματαιότητα? Τσακώνονται μεταξύ τους, χαλάνε σχέσεις, δεν υπολογίζουν οικογένεια, φίλους, πατρίδα, θρησκεία, ιερά και όσια και ότι άλλο μπορεί να καταπατήσει κάποιος γενικά. Μιζέρια. Ένας μαλακας και τίποτα περισσοτερο, άλλη μια κατσαρίδα κάτω από το τραπέζι, που λαδώνεται, μαχαιρώνει πισώπλατα και το μυαλό του δεν μπορεί ούτε καν να συλλάβει το βόθρο μέσα στον οποίο τσαλαβουτά. Πως είναι ποτέ δυνατόν τέτοια κατακάθια να ελπίζουν ότι θα καταφέρουν ποτέ...αλλά όχι, δεν ελπίζουν. Περίεργο πράγμα η ζωή. Η δική τους. "Και τι να κάνουμε λοιπόν, γλυκιά μου?" Ας μισήσουμε τον κόσμο. Όχι, λάθος. "Να νιώσουμε οίκτο?" Ναι, μπορεί. Θέλω να πω, γιατί όχι? Μόνοι τους το προκαλούν. Αλλά και πάλι. "Ε τότε τι?" Απλά. Μείνε όπως είσαι και μην αλλάξεις. Έχεις περισσότερη αυτοκαταστροφική δύναμη και από τον Σιντ Βίσιους, αλλά δεν είναι ανάγκη να την χρησιμοποιήσεις. Μείνε εσύ. Και κάποτε θα βρεις και άλλους σαν εσένα. Μπορεί να τους έχεις βρει ήδη. 

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

The Raven

Edgar Allan Poe
CREDITS TO valia FOR THIS



O
nce upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
"'Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more."

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore -
Nameless here for evermore.




Στα μεσάνυχτα χαμένος, μόνος κι αποκαμωμένος,
Από αλλόκοτη μελέτη για τη γνώση την παλιά,
Έγειρα για να πλαγιάσω, μα προτού καν ξαποστάσω,
Ένας ήχος πάλαφρος γέμισε την κάμαρα.
«Ξένος θα ‘ναι», συλλογιέμαι, «έξω από την κάμαρα»
Μα γι’ αυτόν δεν είχα ώρα.


Πώς θυμάμαι αυτή τη μέρα, παγερή Δεκέμβρη μέρα,
Που η μαυρίλα με φοβέρα στοίχειωνε την κάμαρα.
Σφόδρα το επιθυμώ – αλλά μάταια προσπαθώ                                   
Απ’ τη θλίψη να σωθώ – που χάθηκε η Νόρα
Η κόρη η μονάκριβη, των φτερωτών η Νόρα
Δίχως όνομα είναι τώρα.